WELCOME
Το μοναστήρι Μαλεβής ονομάστηκε έτσι από την κορυφή Μαλεβός του Πάρνωνα, του βουνού των δασών και των χρωμάτων. Ο περίφημος κλέφτης Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης έκανε το μοναστήρι ορμητήριο του.
Τα Παλιά Λεωφορεία Print

Αθήνα-Τρίπολη

 

 

Τα παλιά λεωφορεία

Πλατεία Αγ. Κωνσταντίνου, λίγο κάτω από την Ομόνοια. Σήμερα πουλάνε γούνες από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση, ναρκωτικά για την επίπλαστη ευτυχία και γυναικείες διαλυμένες ψυχές, που ήρθαν στην Ελλάδα, στον παράδεισο, και έπεσαν θύματα της ελεύθερης αγοράς. Παλιότερα η πλατεία ήταν μεγάλο διαμετακομιστικό κέντρο, σταθμός υπεραστικών λεωφορείων, η πιάτσα της Αθήνας που χάθηκε, η καρδιά της πόλης. Απ’ αυτή την πλατεία άρχιζαν τα ταξίδια στο χωριό, στην Αρκαδία.

Τα παλιά λεωφορεία είχαν στο πίσω μέρος τη μεταλλική σκάλα που οι αχθοφόροι από εκεί ανέβαιναν στην οροφή τους και τοποθετούσαν τις αποσκευές των επιβατών. Διαδικασία χρονοβόρα διότι πάντοτε οι αποσκευές πήγαιναν στη πλάστιγγα για να μετρηθούν. Τα παλιά λεωφορεία Mercedes και Scania είχαν περιορισμένους χώρους, μεγάλες όμως αντοχές οι μηχανές τους.

Όταν το λεωφορείο άρχιζε τη διαδρομή του, η εικόνα που παρουσίαζε ήταν πολύ κωμική, στην οροφή του κάθε λογής πραμάτεια, από αποσκευές μέχρι και κότες. Σαν έπαιρνε όμως τον εθνικό δρόμο, στου Σκαραμαγκά, μας εντυπωσίαζε η λίμνη Κουμουνδούρου, γεμάτη χιλιάδες πουλιά και δίχως βάθος όπως έλεγαν κάποιοι επιβάτες, μάλλον για να απογειώσουν τη παιδική μας φαντασία και να γελάσουν. Φτάνοντας αργότερα το λεωφορείο στη Κακιά Σκάλα, τα πράγματα δυσκόλευαν αρκετά. Παρακαλούσα το θεό να περάσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται, φοβόμουν μήπως και τα βράχια ενωθούν και μας συνθλίψουν, βίωνα τη Μυθολογία σε τούτο το πέρασμα.

Στη πόλη της Κορίνθου η πρώτη στάση, κάποιοι κατέβαιναν-κάποιοι ανέβαιναν. Κυρίαρχη μορφή στα μικρά πρακτορεία ο σταθμάρχης με τη σφυρίχτρα. Έδινε ρυθμό στη μικρή κοινωνία, πάντα βλοσυρός και εντυπωσιακός συνάμα με το καπέλο του. Τον φοβόμουν, όπως και τους αστυνόμους. Ήταν η εποχή που φοβόμουν επίσης τις γύφτισσες μη μας βάλουν στο βρακί τους, και τους Εβραίους που έπιναν το αίμα μας! Ναι, τέτοιες ρατσιστικές ανοησίες μας μάθαιναν, κυρίως στο κατηχητικό που ήταν υποχρεωτικό την περίοδο της χούντας.

Σολωμός-Χιλιομόδι-Άγιος Βασίλης και μετά τα εντυπωσιακά Δερβενάκια. Στο βάθος ψηλά πάντα διέκρινα το μνημείο. Μού άρεσε πολύ το στενό αυτό, ήταν γεμάτο ιστορία, γεμάτο μάχες σώμα με σώμα. Λίγο παρά πάνω, στη πρώτη διασταύρωση με το τραίνο, οι παραγωγοί από τη Νεμέα πουλούσαν τα κρασιά τους.

Στη πλατεία του Άργους η επόμενη στάση. Πολυκοσμία, οι άνθρωποι σε διαρκή κίνηση, φωνές δίχως κάποιο νόημα, οχλαγωγή. Όλοι κάπου πήγαιναν δίχως να κατανοώ το πού. Έτρεχα δίπλα στο πρακτορείο να πιάσω σειρά για σουβλάκι καλαμάκι, τη νοστιμιά του ακόμα την κρατάω. Με το άκουσμα της σφυρίχτρας το σουβλατζίδικο άδειαζε και το λεωφορείο συνέχιζε τη πορεία του. Στους Μύλους, δεν έκανε στάση το λεωφορείο, εκεί, κάναμε στάση αργότερα σαν μεγαλώσαμε και πηγαίναμε με δικά μας μέσα στην Αρκαδία[1].

Όταν περνούσε το λεωφορείο τους Μύλους και τη διασταύρωση για Κιβέρι- Ξηροπήγαδο-Άστρος, η αδρεναλίνη άρχιζε και ανέβαινε λες και ζήλευε το αγκομαχητό του. Ο δρόμος στενός μέχρι το πρώτο πέταλο. Πολλοί επιβάτες στο παλιό «Κολοσούρτη» έκλειναν τα μάτια από το φόβο, ειδικά σε κείνα τα πέταλα που η μούρη του λεωφορείου έχασκε στο γκρεμό. Πάντα θυμάμαι τον αγώνα του οδηγού στον Κολοσούρτη, πως έστριβε το τεράστιο τιμόνι στα πέταλα, πως άλλαζε ταχύτητες χαράζοντας πορεία στο χώρο με τον λεβιέ. Στα γυρίσματα του ο Κολοσούρτης αποζημίωνε όσους σαν κι εμένα είχαν τα μάτια ανοικτά και έκαναν πως δεν φοβόντουσαν, μας χάριζε σε κάθε του στροφή, το απόλυτο μπλέ της αργολικής θάλασσας, μιας ονειρικής και αδιαίρετης εικόνας.

Μια ώρα δρόμος ήταν η διαδρομή αυτή και ίσως περισσότερο μέχρι να φτάσουμε στο διάσελο και να πάρουμε την κατηφόρα για το χωριό του Αχλαδόκαμπου. Απέναντι μας τώρα, έστεκε η γέφυρα του τρένου ενώνοντας ένα μεγάλο φαράγγι. Ο δρόμος για τον Αχλαδόκαμπο είχε τις δικές του δυσκολίες, στενότερος από τον Κολοσούρτη και με κλίση πολύ μεγαλύτερη από αυτόν. Μετά τον Αχλαδόκαμπο το λεωφορείο παίρνοντας γι’ άλλη μια φορά ανηφορική πορεία, βγάζοντας μαύρους καπνούς πίσω του, έβγαινε δειλά-δειλά στο Αρκαδικό οροπέδιο. Ο τόπος έλαμπε σαν τον χρυσό από τα θερισμένα χωράφια και τις εναπομείναντες καλαμιές, το χώμα μοσκοβόλαγε αγριάδα και φανέρωνε το τέλος μιας περιόδου γόνιμης για τον αγρότη. Τα επόμενα χωριά, Αγιωργίτικα, Στενό, ήταν γεμάτα ζωή. Στα ηλιοκαμένα πρόσωπα διέκρινες χαρά, σκεπασμένα όλα από τη τραγιάσκα που τη φορούσαν χειμώνα-καλοκαίρι. Ο καταναλωτισμός ήταν άγνωστη λέξη για τους ήρωες αυτούς της καθημερινότητας. Είχαν να θρέψουν φαμελιά, που να μείνουν εκτός από τα απαραίτητα για αγορές περιττές.

Σιγά-σιγά, στο βάθος φάνηκε η Τρίπολη, η πόλη μας, πρωτεύουσα της πατρίδας μας, των παππούδων μας, άρα και δική μας. Μπαίνοντας στο σταθμό της πλατείας, τα πράγματα έπαιρναν τη σωστή τους διάσταση, η κούραση μονομιάς εξαφανιζόταν. Το ταξίδι για το χωριό είχε πολύ δρόμο ακόμα, αρχικά με το λεωφορείο για Δημητσάνα και Σέρβου και στη συνέχεια με τ’ άλογα καβάλα ολονυχτίς για το Ψάρι. Μέχρι να ξεκινήσει το λεωφορείο, είχαμε χρόνο και κατεβαίναμε στην υπόγα, στο εστιατόριο, για να γευθούμε τον πατσά και να πάρουμε δύναμη. Όλα σαν σε ταινία με πρωταγωνιστές εμάς και σκηνοθέτη την Αρκαδική γή. Η ταινία αυτή συνεχίζεται ακόμα, οι ρόλοι έχουν κάπως αλλάξει, σκηνοθέτης πάντα η ευλογημένη γή, η Αρκαδία του ονείρου και του πραγματικού.

 


Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος



[1] Αναστασόπουλου Κ. Βασίλη, Που είναι η Αρκαδία; Εκδόσεις Τσότρα, Αθήνα 2020: 12

 

 
© 2024 Arcadians
Joomla! is Free Software released under the GNU General Public License.